Πηγή: Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας
Η ασπαρτάμη είναι ένα τεχνητό (χημικό) γλυκαντικό που χρησιμοποιείται ευρέως από τη δεκαετία του 1980 σε διάφορα προϊόντα τροφίμων και ροφημάτων όπως τσίχλες, παγωτά, γαλακτοκομικά προϊόντα, δημητριακά πρωινού, οδοντόκρεμες και φάρμακα όπως σταγόνες για τον βήχα και μασώμενα δισκία.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) η ασπαρτάμη βάσει ισχυρών αποδεικτικών στοιχείων ταξινομήθηκε ως πιθανή καρκινογόνα ουσία. «Τα ευρήματα περιορισμένων ενδείξεων καρκινογένεσης σε ανθρώπους και ζώα και περιορισμένων στοιχείων για το πώς μπορεί να προκληθεί καρκινογένεση, υπογραμμίζουν την ανάγκη για περισσότερη έρευνα», δήλωσε η ΔρMarySchubauer- Berigan του προγράμματος IARC Monographs.
Η Μεικτή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για τα Πρόσθετα Τροφίμων ( JECFA) επιβεβαίωσε την αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη 40 mg/kg. Για παράδειγμα, ένα κουτί αναψυκτικού διαίτης περιέχει 200 ή 300 mg ασπαρτάμης, συνεπώς ένας ενήλικας που ζυγίζει 70 κιλά θα πρέπει να καταναλώσει περισσότερα από 9-14 κουτιά την ημέρα για να υπερβεί την αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη, υποθέτοντας ότι δεν υπάρχει πρόσληψη από άλλες πηγές. Οι αξιολογήσεις της ασπαρτάμης έδειξαν ότι, ενώ δεν τίθεται θέμα ασφάλειας στις δόσεις που χρησιμοποιούνται, χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση καθώς έχουν καταγραφεί πιθανές ενδείξεις συσχέτισης μεταξύ της κατανάλωσης ασπαρτάμης και της εμφάνισης καρκίνου στους ανθρώπους χωρίς όμως να είναι πειστικές.
Οι αξιολογήσεις της IARC και της JECFA για την επίδραση της ασπαρτάμης βασίστηκαν σε επιστημονικά δεδομένα που συλλέχθηκαν από κυβερνητικές εκθέσεις και μελέτες που έχουν αναθεωρηθεί από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες και οι δύο επιτροπές έχουν λάβει μέτρα για να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία των αξιολογήσεών τους.
Η IARC και ο ΠΟΥ θα συνεχίσουν να παρακολουθούν νέα στοιχεία και να ενθαρρύνουν ανεξάρτητες ερευνητικές ομάδες να αναπτύξουν περαιτέρω μελέτες σχετικά με την πιθανή συσχέτιση μεταξύ της έκθεσης στην ασπαρτάμη και των επιπτώσεων στην υγεία των καταναλωτών.